Αγγελική Δεληκάρη: 1000 χρόνια από την ίδρυση της Αρχιεπισκοπής Αχρίδος

Το 1018 ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄ o Βουλγαροκτόνος κατέλυσε το κράτος του Σαμουήλ (976-1018)[1] και ενσωμάτωσε τα εδάφη του στη Βυζαντινή αυτοκρατορία, δημιουργώντας το θέμα Βουλγαρίας με πρωτεύουσα τα Σκόπια[2]. Ως εκκλησιαστική έδρα του θέματος επέλεξε την Αχρίδα, ιδρύοντας ταυτόχρονα και την αυτοκέφαλη αρχιεπισκοπή Αχρίδος[3]. Αυτό σήμαινε ότι ο νέος αυτός εκκλησιαστικός οργανισμός υπαγόταν απευθείας στον αυτοκράτορα και όχι στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, απολαμβάνοντας ανάλογο καθεστώς με την αρχιεπισκοπή Κύπρου. Μάλιστα η έδρα της, δηλαδή η πόλη της Αχρίδος, ταυτιζόταν με την αρχαία και βυζαντινή Λυχνιδό που ήταν γνωστή βυζαντινή επισκοπή ήδη πριν από τον 4ο αιώνα[4].

Προκειμένου να καθορίσει τα όρια και τη δικαιοδοσία της αρχιεπισκοπής Αχρίδος ο αυτοκράτορας εξέδωσε τρία σιγίλλια[5] μεταξύ των ετών 1019 και 1025. Στην ενέργεια αυτή προέβη μετά από σχετικό αίτημα του πρώτου αρχιεπισκόπου Αχρίδος, του Ιωάννη, που ήταν σλαβικής καταγωγής. Αν και δυστυχώς δεν σώζεται το πρωτότυπο των σιγιλλίων του Βασιλείου Β΄, ωστόσο το κείμενό τους παραδίδεται εμβόλιμο σε χρυσόβουλλο λόγο του Μιχαήλ Η΄ (που χρονολογείται το έτος 1272 ή 1273)[6].

Στα σιγίλλια του Βασιλείου Β΄ καταγράφονται αναλυτικά οι επισκοπές που ανήκαν στη δικαιοδοσία της Αχρίδος. Πρόκειται για τις επισκοπές Καστοριάς, Γλαβενίτζης, Μογλαινών, Στρουμμίτζης, Βουτέλεως, Μωροβίσδου, Βελεβουσδίου, Τριαδίτζης, Νύσσης, Βρανίτζεβου, Βελεγράδων, Σιρμίου, Σκοπίων, Πριζρένης, Λιπαινίου, Σερβίων[7], Δρίστρας, Βιδύνης, Ράσου,Ωραίας, Τζερνίκου, Χιμαίρας, ακολουθεί η μητρόπολη Δυρραχίου, η επισκοπή Δρυϊνουπόλεως, στη συνέχεια υπάρχει το δυσανάγνωστο όνομα μιας επισκοπής[8], και τέλος οι επισκοπές Βοθρωτού, Ιωαννίνων, Κοζίλης, Πέτρου, Ριγών, Σταγών και Βερροίας[9].

Ουσιαστικά ο Βυζαντινός αυτοκράτορας προσπάθησε να συμπεριλάβει εκκλησιαστικά το σύνολο των εδαφών που κατέκτησε σε μια εκκλησιαστική αρχή. Η ενέργειά του αυτή μάλλον οφειλόταν σε καθαρά πολιτικούς λόγους, και ο ίδιος αποσκοπούσε μέσω ενός συγκροτημένου, αυτοκέφαλου (αλλά περιορισμένου σε σχέση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο)[10] εκκλησιαστικού καθεστώτος να πετύχει και τον βαθμιαίο εκβυζαντινισμό ολόκληρου του πληθυσμού της περιοχής αυτής[11]. Βέβαια με τον τρόπο αυτόν ανέθετε στον αρχιεπίσκοπο Αχρίδος ένα μεγάλο έργο, καθώς η περιοχή του ποιμνίου του εκτεινόταν προς βορρά μέχρι τον Δούναβη, προς νότο έως τη Θεσσαλία, ανατολικά έφτανε στη Ρίλα και δυτικά στην Αδριατική θάλασσα[12] (περιλαμβάνοντας έτσι εδάφη του πρώην βουλγαρικού κράτους, της Σερβίας και της Αλβανίας)[13]. Ο αρχιεπίσκοπος Αχρίδος, αν και ήταν κατοχυρωμένος με βάση τα σιγίλλια να ασκεί δικαιοδοσία σε μια τόσο ευρεία περιοχή, είναι πολύ πιθανόν, εξαιτίας της μεγάλης απόστασης πολλών επισκοπών από την έδρα του, να περιοριζόταν ίσως στην εκλογή των αρχιερέων του στις πιο απομακρυσμένες από αυτές και να παρεμβαίνει, μόνον εφόσον προέκυπταν σοβαρά προβλήματα, καθώς και να συμβουλεύει τους αρχιερείς του, όταν υπήρχε ανάγκη. Σίγουρα οι απομακρυσμένοι επίσκοποι της Αχρίδος δεν θα είχαν τη δυνατότητα να παρευρίσκονται συχνά, ίσως και ποτέ, σε συνόδους της αρχιεπισκοπής και να λαμβάνουν αποφάσεις από κοινού με τους υπόλοιπους αρχιερείς της.

Η αρχιεπισκοπή όλους αυτούς τους αιώνες της παρουσίας της άλλαζε συχνά σύνορα, αφού περιελάμβανε συνοριακές περιοχές του βυζαντινού κράτους, μερικές από τις οποίες έπαυαν για κάποια διαστήματα να βρίσκονται υπό βυζαντινό έλεγχο και περνούσαν στα χέρια ξένων ηγεμόνων. Επίσης επρόκειτο για περιοχές του Ιλλυρικού, στις οποίες η Ρώμη προσπαθούσε συνεχώς να προσεταιριστεί τους ηγεμόνες τους και να τους αποκόψει από το ορθόδοξο δόγμα. Γι’ αυτό, τουλάχιστον τους δύο πρώτους αιώνες, η επιλογή των αρχιεπισκόπων Αχρίδος αποτελούσε σημαντικό μέλημα των Βυζαντινών αυτοκρατόρων. Επιλέγονταν πρόσωπα μορφωμένα που έχαιραν πλήρους εμπιστοσύνης του αυτοκράτορα και ανήκαν στο στενό περιβάλλον της αυτοκρατορικής Αυλής[14]. Βέβαια από τον 13ο αιώνα δεν ισχύει πάντα αυτό εξαιτίας της λατινικής κατάκτησης της Κωνσταντινουπόλεως, της πρόσκαιρης αύξησης της ακτινοβολίας του κράτους της Ηπείρου αλλά και της κατάκτησης εδαφών της αρχιεπισκοπής από ξένους (Βούλγαρους και Σέρβους ηγεμόνες). Το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως πάντως θεωρούσε ότι οφείλει να ασκεί έλεγχο, όσον αφορά την επιλογή των προκαθημένων της Αχρίδος[15]. Οι αρχιεπίσκοποι Αχρίδος εκτός από τη δράση τους ως εκκλησιαστικοί άνδρες διακρίθηκαν ιδιαίτερα για το συγγραφικό έργο και την υπεράσπιση των δικαίων της Ορθοδοξίας. Ο διάδοχος του πρώτου αρχιεπισκόπου Αχρίδος, Ιωάννη, ο Λέων (περί το 1037-†1055/1056)[16] συμμετείχε ενεργά στη διένεξη μεταξύ της Κωνσταντινουπόλεως και της Ρώμης σχετικά με τη διαμάχη για τα άζυμα. Ο Θεοφύλακτος Αχρίδος (περί το 1089 ή 1092-†1126), μια από τις σημαντικότερες και πολυγραφότατες προσωπικότητες που αρχιεράτευσαν εκεί[17], συνέγραψε ανάμεσα σε πολλά έργα και τον εκτενή Βίον του Αγίου Κλήμη, το σημαντικότερο κατά τη γνώμη μου κείμενο σχετικά με την κυριλλο-μεθοδιανή αποστολή στη Μεγάλη Μοραβία και την πρόσληψη της κληρονομιάς της στην περιοχή της Αχρίδος, όπως επίσης και το Μαρτύριο των εν Τιβεριουπόλει μαρτυρησάντων[18]. Κατά την αρχιερατεία του Ιωάννη Κομνηνού (περί τα έτη 1140-1164)[19], που ήταν γόνος της γνωστής βυζαντινής αυτοκρατορικής οικογένειας[20] η αρχιεπισκοπή ταυτίστηκε με την παλαιά αρχιεπισκοπή Πρώτης Ιουστινιανής. Αν και η σύνδεση ήταν εσφαλμένη το κύρος και η αίγλη της αρχιεπισκοπής αυξήθηκαν. Μέσα από το πολύ σημαντικό έργο και την αλληλογραφία ενός από τους γνωστότερους αρχιεπισκόπους Αχρίδος, διαπρεπούς κανονολόγου της εποχής, του Δημητρίου Χωματηνού (περί το 1216-περί το 1236)[21], μπορεί κάποιος να παρακολουθήσει όχι μόνο την εκκλησιαστική αλλά και την κοινωνική ιστορία της αρχιεπισκοπής. Οι σχέσεις του με σημαντικές προσωπικότητες της εποχής και ξένους ηγεμόνες, όπως ο Θεόδωρος Δούκας, ηγεμόνας του κράτους της Ηπείρου, ο Στέφανος Νιέμανιτς, ο Στέφανος Radoslav και άλλοι, φανερώνουν την εκτίμηση που έτρεφαν προς το πρόσωπο του αρχιεπισκόπου αλλά και τον φόβο ορισμένων από τη διεθνή ακτινοβολία της αρχιεπισκοπής.

Στον ναό της Θεοτόκου Περιβλέπτου (1294/1295) της Αχρίδος μπορεί κάποιος να θαυμάσει την απεικόνιση του αρχιεπισκόπου Αχρίδος Κωνσταντίνου Καβάσιλα με τον Κλήμη Αχρίδος[22]. Ο Κωνσταντίνος Καβάσιλας υπήρξε μία από τις εξέχουσες προσωπικότητες που έδρασε για αρκετά χρόνια στην εκκλησιαστική περιφέρεια της Αχρίδος, αρχικά ως επίσκοπος Γρεβενών[23], έπειτα ως επίσκοπος Τιβεριουπόλεως [= Στρουμίτζης], στη συνέχεια ως μητροπολίτης Δυρραχίου[24] και τέλος ως αρχιεπίσκοπος Αχρίδος. Ανήλθε δύο φορές στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Αχρίδος (την πρώτη κατά τη βασιλεία του Θεόδωρου Β΄ Λάσκαρη (1254-1258) και τη δεύτερη κατά τη βασιλεία του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου (1259-1282)[25], και, όπως φαίνεται, αγιοποιήθηκε μάλλον πολύ γρήγορα[26].

Η κατασκευή του άμβωνα του ναού της Αγίας Σοφίας στην Αχρίδα συνδέεται με τον αρχιεπίσκοπο, Γρηγόριο Α΄[27] (μάλλον ήδη από τις αρχές του 1312 έως τα τέλη του 1314/αρχές του 1315 ή κατ’ άλλους 1332)[28]. Εκεί στους κίονες διακρίνονται τέσσερα μονογράμματα μέσα σε κύκλους, στα δύο από τα οποία διαβάζεται Γριγόριος ή Γριγόριως, ενώ στα άλλα δύο αρχιεπίσκοπος Βουλγάρων[29].

Κατά την περίοδο της σερβικής κατοχής της Αχρίδος οι σχέσεις της αρχιεπισκοπής με τον Σέρβο ηγεμόνα Στέφανο Δουσάν φαίνεται πως ήταν αρμονικές. Ο αρχιεπίσκοπος Νικόλαος (1334?-1365)[30] εγκαινίασε μια νέα περίοδο συνεργασίας και εμπιστοσύνης με τους Σέρβους[31]. Στην κτητορική απεικόνιση (χρονολογείται μεταξύ των ετών 1347-1350) στο παρεκκλήσι του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου της εκκλησίας της Αγίας Σοφίας της Αχρίδος, ο αρχιεπίσκοπος Νικόλαος εμφανίζεται να μεσολαβεί στον Ιωάννη Πρόδρομο, παρουσιάζοντας τον Ιωάννη Ολίβερο (διοικητή της Αχρίδος) και τα μέλη της οικογένειάς του (τη σύζυγό του Άννα-Μαρία και τους γιους του, Damjan και μάλλον τον Krajko)[32].

Την κτητορική δραστηριότητα του Νικολάου φαίνεται ότι συνέχισε ο διάδοχός του Γρηγόριος Β΄ (1364/1365-1378), όπως προκύπτει από δύο επιγραφές, στις οποίες εμφανίζεται το όνομά του. Η πρώτη βρίσκεται πάνω από την πύλη του παρεκκλησίου της βόρειας πτέρυγας της εκκλησίας της Θεοτόκου Περιβλέπτου, το οποίο είναι αφιερωμένο στον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο και χρονολογείται το έτος 1364/1365. Ο Γρηγόριος μνημονεύεται εκεί ως αρχιεπίσκοπος Πρώτης Ιουστινιανής[33]. Επίσης στην εκκλησία του παλαιού Αγίου Κλήμη στη συνοικία Bolnička στην κτητορική επιγραφή (έτος 1378) που βρίσκεται πάνω από τη νότια πύλη στη μέσα πλευρά της διαβάζουμε ότι ο ναός αυτός οικοδομήθηκε και ανιστορήθηκε κατά την αρχιερατεία του παναγιωτάτου αρχιεπισκόπου Πρώτης Ιουστινιανής και πάσης Βουλγαρίας κυρ Γρηγορίου, όταν διοικητής της πόλης Αχρίδος ήταν ο Andrea Gropa[34].

Θα μπορούσε κάποιος να μιλά ώρες ολόκληρες για τη δράση των αρχιεπισκόπων Αχρίδος όλους αυτούς τους αιώνες, για τη διεθνή ακτινοβολία της αρχιεπισκοπής και για τους τίτλους των αρχιεπισκόπων που απεικόνιζαν τη δικαιοδοσία τους είτε την πραγματική είτε την πλασματική. Σκοπός των αρχιεπισκόπων ήταν η προβολή της Αχρίδος σε έναν ευρύ χώρο στα Βαλκάνια και η ανάκληση στη μνήμη του ενδόξου παρελθόντος της εκκλησιαστικής περιφέρειάς τους. Σε μία ποιμαντορική επιστολή του αρχιεπισκόπου Ζωσιμά Αχρίδος στις 11 Ιουνίου του 1708 σχετικά με μια δωρεά του Μεγάλου Κομίσου της Ουγγροβλαχίας κυρίου Γεωργίου Καστριώτη[35], χρησιμοποιείται ένας εκτενής αρχιεπισκοπικός τίτλος[36]Ζωσιμᾶς ἐλέῳ θεοῦ ἀρχιεπίσκοπος τῆς ᾱ Ἰουστινιανῆς Ἀχριδῶν καὶ πάσης Βουλγαρίας, Δακίας Μεδιτερρανῶν, Ῥιπενσίας, Πραιβαλίας, Δαρδανίας, Μυσίας τε ἀνωτέρω καὶ τῶν λοιπῶν πατριάρχης. Η αναφορά των επαρχιών αυτών παραπέμπει στη Νεαρά 11 (του έτους 535) του Ιουστινιανού Α΄, με την οποία ο Βυζαντινός αυτός αυτοκράτορας ίδρυε την αρχιεπισκοπή της Πρώτης Ιουστινιανής. Εκεί καταγράφονται όλες αυτές οι περιοχές του τίτλου του Ζωσιμά ως επαρχίες υποκείμενες στην Πρώτη Ιουστινιανή[37].

Ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει για τους κατεξοχήν αγίους της αρχιεπισκοπής Αχρίδος, τους μαθητές των αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, άγιο Κλήμη και όσιο Ναούμ. Η αποστολή τους στην Αχρίδα από τον Βούλγαρο ηγεμόνα Βόρη Α΄ σηματοδοτεί την έναρξη της δεύτερης φάσης ―αν μου επιτρέπεται αυτή η χρονική διάκριση― του εκπολιτιστικού έργου της κυριλλομεθοδιανής αποστολής στους Σλάβους. Αυτό που ο άγιος Κλήμης και ο όσιος Ναούμ επιχείρησαν να κάνουν στην περιοχή αυτή είναι ουσιαστικά να διασώσουν, να διαφυλάξουν και να μεταλαμπαδεύσουν τον σλαβικό πολιτισμό που δημιουργήθηκε στη Μεγάλη Μοραβία[38]. Ο άγιος Κλήμης χειροτονήθηκε επίσκοπος Βελίτζης (σημερινό Βέλες)[39] το έτος 893 ή 894 κατόπιν αιτήματος στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως του Βούλγαρου τσάρου Συμεών (893-927)[40]. Η πρώτη γνωστή μνεία του Κλήμη ως επισκόπου Βελίτζης εντοπίζεται στον κώδικα Assemanianus(μέσα του 11ουαιώνα). Εκεί σημειώνεται ότι στις 27 Ιουλίου, ημέρα μνήμης του αγίου Παντελεήμονα, τιμάται επίσης και ο άγιος Κλήμης Βελίτσης (Klimenta episkopa Velič’skago)[41]. Αν και δεν έλαβε ποτέ τον τίτλο της αρχιεπισκοπής Αχρίδος, για τον απλούστατο λόγο ότι στην εποχή του δεν υφίστατο η αρχιεπισκοπή, αλλά ούτε και τον τίτλο της βυζαντινής επισκοπής Λυχνιδού[42], ωστόσο η περιοχή της δικαιοδοσίας του ήταν πολύ εκτεταμένη και η σημαντικότερη πόλη της επισκοπής του ήταν η Αχρίδα. Η αναδρομική χρήση του τίτλου του αρχιεπισκόπου Αχρίδος όσον αφορά τον άγιο Κλήμη, σχετίζεται με το ιεραποστολικό, το ποιμαντορικό, το κτητορικό και το συγγραφικό έργο του στην περιοχή της Αχρίδος. Τόσο στην καρδιά του ποιμνίου του, όσο και των μετέπειτα αρχιεπισκόπων Αχρίδος διατηρήθηκε ζωντανή η μνήμη του ως του πρώτου ποιμένα της αρχιεπισκοπής. Ήταν τιμή και ευλογία για τους αρχιεπισκόπους να συμπεριλαμβάνουν τον άγιο στους προκατόχους τους, να τον απεικονίζουν στις τοιχογραφίες των εκκλησιών της, να ζητούν από αυτόν βοήθεια και φώτιση να συνεχίσουν το έργο τους εκεί[43].

Με την κατάκτηση των Βαλκανίων από τους Οθωμανούς και την προσωρινή κατάργηση των Εκκλησιών της Βουλγαρίας και της Σερβίας, φαίνεται ότι αναβαθμίστηκε ο ρόλος της αρχιεπισκοπής Αχρίδος, αφού πιθανότατα περιέλαβε εκ νέου στη δικαιοδοσία της μερικά από τα εδάφη που είχε απολέσει κατά το παρελθόν[44].

Γεγονός πάντως παραμένει ότι η αρχιεπισκοπή Αχρίδος κατόρθωσε να επιβιώσει από το 1018 έως σήμερα σε μια περιοχή που οι εξελίξεις στο πέρασμα του χρόνου δεν ήταν πάντοτε ευνοϊκές γι’ αυτήν. Ωστόσο πρέπει να γίνει αποδεκτό, ότι ούτε η βουλγαρική, ούτε η σερβική ούτε τέλος η οθωμανική κατοχή κατάφεραν να αλλοιώσουν ουσιαστικά τον χαρακτήρα, τη δράση αλλά κυρίως την ταυτότητά της. Έλληνες, Σλάβοι και άλλες εθνότητες συνυπήρξαν αρμονικά στον χώρο της αρχιεπισκοπής ανά τους αιώνες. Ευχόμαστε από καρδιάς μακροημέρευση και μακάρι το όραμα του ιδρυτή της να λειτουργήσει ως ενωτικός παράγοντας όλων των εθνών που βρέθηκαν κάτω από την πνευματική σκέπη της και να φωτίζει πάντα τον δρόμο της αγάπης και της συνεργασίας.


[1]. Σχετικά με το κράτος του Σαμουήλ βλ. Α. Δεληκάρη, «Η άνοδος και η πτώση του εφήμερου κράτους του Σαμουήλ (976-1018)», στο Α. Δεληκάρη, Βυζαντινο-Σλαβικά Μελετήματα, Θεσσαλονίκη 2017, σσ. 90-100· Α. Δεληκάρη «Η διαχρονική σημασία της ευρύτερης περιοχής της Φλώρινας στην πολιτική και εκκλησιαστική ιστορία των όμορων σλαβικών λαών», στο: Κ. Φωτιάδης – Σ. Ηλιάδου-Τάχου – Βλ. Βλασίδης (επιμ.), Η Δυτική Μακεδονία: Από την ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος έως σήμερα, Θεσσαλονίκη 2014, σσ. 696-709· A. Delikari, «Die Situation in Nord-West Makedonien während der Regierung des Basileios II., die sogennante Kirche des Zaren Samuel und die Gründung des Erzbistums von Ochrid», στο: V. Gjuzelev– G. Nikolov (επιμ.), Evropejskijat jugoiztok prez vtorata polovina na X – načalotona XI vek. Istorija i kultura. Meždunarodna konferencija Sofija 6-8 Oktomvri 2014 g., Sofija 2015, σσ. 237-243. Βλ. ακόμη Sr. Pirivatrić,Samuilova država. Obim i karakter [Vizantološki Institut Srpske Akademije Nauka i Umetnosti. Posebna izdanja21], Beograd 1997· Α.-Αι. Ταχιάος, «Το εφήμερο κράτος του Σαμουήλ (976-1018). Τα σχετικά με αυτό προβλήματα», στο Α.-Αι. Ταχιάος, Βυζάντιο, Σλάβοι, Άγιον Όρος. Αναδρομή σε αμοιβαίες σχέσεις και επιδράσεις, Θεσσαλονίκη 2006, σσ. 367-390. Πολύ σημαντικές για το ζήτημα του κράτους του Σαμουήλ είναι οι μελέτες του Ν. Μουτσόπουλου· βλ. Ν. Κ. Μουτσόπουλος, Η βασιλική του Αγίου Αχιλλείου στην Πρέσπα. Συμβολή στη μελέτη των βυζαντινών μνημείων της περιοχής, τ. 1-3, Θεσσαλονίκη 1989· Ν. Κ. Μουτσόπουλος, Η βασιλική του Αγίου Αχιλλείου στην Πρέσπα. Ένα μνημείο κιβωτός της τοπικής ιστορίας, Θεσσαλονίκη 1999, κ.ά.

[2]. Βλ. Thurn(εκδ.), Ioannis Skylitzae Synopsis historiarum, 41, σ. 358.80-87. Βλ. ακόμη A. V. Solovjev, «Srbi i vizantijsko pravo u Skoplju početkom XIII v.», Glasnik Skopskog Naučnog Društva 15-16 (1936)29, και Krsmanović, The Byzantine Province, σσ. 192-194 και 201. Πρβ. και Thurn (εκδ.), Ioannis Skylitzae Synopsis historiarum, 23, σ. 409.5-6: τῶν Σκούπων, τῆς μητροπόλεως Βουλγαρίας.

[3]. Για την ιστορία της αρχιεπισκοπής Αχρίδος κατά τον Μεσαίωνα βλ. Α. Δεληκάρη, Η αρχιεπισκοπή Αχριδών κατά τον Μεσαίωνα, και Snegarov, Istorija, τ. 1.

[4]. Σχετικά με την επισκοπή Λυχνιδού βλ. Α. Δεληκάρη, «Η επισκοπή Λυχνιδού (-ών) μέχρι τον 10ο αιώνα. Ι: Από την ίδρυσή της έως τις αρχές του 6ου αιώνα», Κληρονομία35/Α΄-Β΄ (2003) [= 2005] 69-85.

[5]. Για εκδόσεις των σιγιλλίων αυτών βλ.Ivanov, Bǎlgarski starini iz Makedonija, σσ. 550-562.

[6]. Για τη γνησιότητα του χρυσόβουλλου λόγου του Μανουήλ Η΄, στον οποίον παραδίδονται εμβόλιμα τα σιγίλλια του Βασιλείου Β΄, αλλά και των ίδιων των σιγιλλίων, εκφράστηκαν κατά καιρούς είτε αμφιβολίες είτε ρητές αμφισβητήσεις· σχετικά βλ. Ευ. Κωνσταντίνου ή Τέγου-Στεργιάδου, Τα σχετικά με την αρχιεπισκοπή Αχρίδας σιγίλλια του Βασιλείου Β΄ [Επιστημονική Επετηρίδα του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Παράρτημα αρ. 1], Θεσσαλονίκη 1988, σσ. 35-50 και 79-89· Ευ. Κωνσταντίνου ή Τέγου-Στεργιάδου, «Ο χρυσόβουλλος λόγος του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου του έτους 1272 και η εκκλησία Βουλγαρίας», Βυζαντιακά 10 (1990) 238-246· Ev. Tegou-Stergiadou, «Die Sigilla von Basileios II. für das Erzbistum von Achrida und ihre Beziehungmitden Bistümern von Berroia und Servia», Orthodoxes Forum 12/1 (1998) 5-20, και Κωνσταντίνου ή Τέγου-Στεργιάδου, Η Αρχιεπισκοπή Πρώτης Ιουστινιανής, σ. 129. Αμφιβολίες για τη γνησιότητα αλλά και την παράδοση του κειμένου είχαν επίσης εκφράσει στο παρελθόν ο Δ. Ζακυθηνός, Βυζαντινή Ιστορία 324-1071, Αθήνα – Γιάννινα 1989, σ. 438, και ο Antoljak, Samuilovata država, σσ. 72-77.

[7]. Επειδή η επισκοπή Σερβίων μνημονεύεται και στο πρώτο και στο τρίτο σιγίλλιο, ο Prokić, «Postanak», σσ. 253-256, υποθέτει ότι στο διάστημα που μεσολάβησε ανάμεσα στα δύο σιγίλλια μάλλον εκδηλώθηκε αντίδραση από τον μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, ο οποίος θεωρούσε ότι η εν λόγω επισκοπή υπαγόταν στη δικαιοδοσία του.

[8]. Ο B. Prokić, «Prvi Ohridski arhiepiskop Jovan», Glas Srpske Kraljevske Akademije 88 (52) (1911) 292, και «Postanak», σ. 253, αλλά και ο Snegarov, Istorija, τ. 1, σσ. 61 και 186, εικάζουν ότι στο σημείο αυτό καταγραφόταν η επισκοπή Βελάς. Ωστόσο ο Snegarov υπερβάλλει, όταν γράφει ότι ο Βασίλειος Β΄ με τα τρία σιγίλλιά του απέσπασε από τις επαρχίες που ανήκαν στον Βούλγαρο πατριάρχη κατά την εποχή του Πρώτου βουλγαρικού κράτους, τις επαρχίες Δυρραχίου, Λαρίσης, Ναυπάκτου (του δυτικού βουλγαρικού κράτους), και τις επαρχίες Πρεσλάβας, Προβάτων, Δεβελτού ή Ζαγοράς (στο ανατολικό βουλγαρικό κράτος), οι οποίες υπόκεινταν στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Οι επαρχίες Δυρραχίου, Λαρίσης και Πρεσλάβας αναφέρονται ρητά στα σιγίλλια, ενώ για τις επαρχίες Ναυπάκτου, Προβάτου και Δεβελτού δεν εντοπίζεται καμιά αναφορά. Άλλωστε οι επισκοπές Προβάτου και Δεβελτού μαρτυρούνται στα Τακτικάήδη από τον 9ο αι. (ίσως και νωρίτερα) ως υποκείμενες στη μητρόπολη Aδριανουπόλεως· βλ. J. Darrouzès, Notitiae episcopatuum Ecclesiae Constantinopolitanae. Texte critique, introduction et notes [Géographie ecclésiastique del’Empire byzantinI], Paris1981, σ. 241 Τακτικό3590, σ. 286 Τακτικό7628, σ. 305 Τακτικό9502, σ. 329 Τακτικό10592, σ. 364 Τακτικό13643, σ. 402 Appendix1 17130(για επισκοπή Προβάτου)· σ. 241 Τακτικό3588, σ. 286 Τακτικό7624, σ. 304 Τακτικό9498, σ. 329 Τακτικό10588, σ. 364 Τακτικό13639(για επισκοπή Δεβελτού).

[9]. Για περισσότερες σχετικές γεωγραφικές λεπτομέρειες καθώς και στοιχεία για τις έδρες των επισκοπών αυτών αλλά και τις ενορίες τους βλ. St. Novaković, «Ohridska arhiepiskopija u početku XI veka. Hrisovulje cara Vasilija II od 1019 i 1020 god. Geografijska istraživanja», Glas Srpske Kraljevske Akademije 76 (46) (1908) 7-51, και Snegarov Istorija, τ. 1,σσ. 163-187 (για τις ονομασίες των επισκοπών και την ορθογραφία τους).

[10]. Οι αρχιεπίσκοποι Αχρίδος προέβαλαν εξαρχής και υπερασπίζονταν την ανεξαρτησία τους από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως αλλά και από οποιαδήποτε άλλη αρχή. Χαρακτηριστική είναι η αντίδραση του αρχιεπισκόπου Θεοφυλάκτου, όπως φαίνεται από επιστολή του προς τον αρχιεπίσκοπο Χαλκηδόνος Μιχαήλ, όπου δηλώνεται η αντίθεσή του σε τέτοιου είδους παρεμβάσεις·βλ. P. Gautier, Théophylacte d’Achrida Lettres. Introduction, Texte, Traduction et Notes [Corpus Fontium Historiae Byzantinae XVI/2], Thessalonique 1986, σ. 437, 32-42, αρ.82: Τὶς γὰρ ἐν Βουλγάροις μετουσία τῷ Κωνσταντινουπόλεως πατριάρχῃ μήτε χειροτονίας ἐπ’ αὐτῇ δίκαια ἔχοντι, λαχούσῃ τὸν ἀρχιεπίσκοπον αὐτοκέφαλον, μήτ’ ἄλλο τι διαδεξαμένῳ κατὰ ταύτης προνόμιον; Διὰ τίνος δὲ καὶ τὰ σφάλματα τῶν μοναχῶν τῆς κατὰ γνώμην αὐτοῦ συστάσης μονῆς τηρηθήσονται καὶ διορθωθήσονται; Διὰ τοῦ τὰ τῶν ὑποκειμένων αὐτοῦ ἄλλων μοναχῶν ἐπικρατοῦντος καὶ διευθύνοντος, ὃν ἔξαρχον ὀνομάζομεν; … Καὶ ποῖος … ὃς κωνσταντινουπολίτου παρουσίαν ἐξάρχου ἐν Βουλγάροις μετρίως οἴσεσι καὶ οὐχ ὡς μοιχῷ χρήσεται, μεστὸν ζήλου θυμόν, ὃ φησι Σολομών, ἐνδεικνύμενος; Ἐγὼ μὲν οὐκ οἶμαι. Βλ. ακόμη Κ. Κατερέλος, Η κανονική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου επί των επαρχιών του δεσποτάτου της Ηπείρου κατά την περίοδο 1204-1235 [Βιβλιοθήκη Βυζαντινού και Μεταβυζαντινού Δικαίου2], Θεσσαλονίκη 1995σσ. 139-140, και G. Prinzing, «Die autokephale byzantinische Kirchenprovinz Bulgarien/Ohrid. Wie unabhängig waren ihre Erzbischöfe», στο: Proceedings of the 22nd International Congress of Byzantine Studies, Sofia, 22-27 August 2011, τ. 1: Plenary Papers, Sofia 2011, σσ. 395-396.

[11]. Όπως σημειώθηκε παραπάνω, στην περιοχή κατοικούσαν Βυζαντινοί, Βούλγαροι, Σέρβοι, Βλάχοι και Αρμένιοι· πρβ. Granić, «Kirchenrechtliche Glossen», σσ. 399-400· Α.-Αι. Ταχιάος, «Η αρχιεπισκοπή Αχρίδος ως υπόδειγμα ελληνοσλαβικής συμβίωσης», στο: Α. Αγγελόπουλος (επιμ.), Χριστιανική Μακεδονία. Πελαγονία – Μια άλλη Ελλάδα. Θεσσαλονίκη – Αχρίδα, Θεσσαλονίκη 2004, σσ. 457-461, και H. M. Bartikian, «Η αρμενική παρουσία στη Βυζαντινή Μακεδονία», στο: Τ. Πεντζοπούλου-Βαλαλά (επιμ.), Διεθνές Συμπόσιο «Βυζαντινή Μακεδονία 324-1430 μ.Χ.», Θεσσαλονίκη 29-31 Οκτωβρίου 1992 [Μακεδονική Βιβλιοθήκη82], Θεσσαλονίκη 1995, σσ. 41-42. Ο Antoljak, Samuilovata država, σ. 80, στην προσπάθειά του να τονίσει τον «μακεδονικό» χαρακτήρα του κράτους του Σαμουήλ, γράφει ότι την πλειοψηφία του πληθυσμού σ’ αυτό αποτελούσαν οι «Μακεδόνες (Σλάβοι της Μακεδονίας)» και οι Σλάβοι της Ελλάδας (και της Πελοπονήσου). Ακολουθούσαν οι Βούλγαροι, και έπειτα οι Σέρβοι, οι Κροάτες και τέλος οι Ρωμαίοι (Βυζαντινοί), οι Αρβανίτες, οι Βλάχοι, οι Ρουμάνοι (στις παραθαλάσσιες περιοχές), οι Τούρκοι Βαρδαριώτες και οι Αρμένιοι. Βέβαια ο G. Ostrogorski, Istorija Vizantije, Beograd 1969, σσ. 295-296, θεωρούσε ότι η μεγάλη έκταση της αρχιεπισκοπής Αχρίδος αποσκοπούσε ουσιαστικά στο να περιορίσει τη δύναμη του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Βλ. ακόμη B. Gardašević, «Kanoničnost sticanja autokefalnosti Srpske crkve 1219. godine», στο: Sveti Sava. Spomenica povodom osamstogodišnjice rodjenja 1175-1975, Beograd 1977, σσ. 48-49 (θεωρεί ότι ο Βασίλειος Β΄ είχε ως στόχο και την αφομοίωση του σλαβικού πληθυσμού των περιοχών που κατέλαβε και τον περιορισμό της ισχύος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως)· Krsmanović, The Byzantine Province, σ. 190, υποσημ. 71 (για τις μετακινήσεις πληθυσμών από τον Ιωάννη Τσιμισκή, τον Βασίλειο Β΄ και τον τσάρο Σαμουήλ). Πρβ. Κωνσταντίνου ή Τέγου-Στεργιάδου, Η Αρχιεπισκοπή Πρώτης Ιουστινιανής, σ. 179. Η περιοχή συνέχισε να έχει μικτό πληθυσμό και τα επόμενα χρόνια· βλ. και Β. Α. Δήμου, «Εθνολογικά στοιχεία στα έργα του Δημητρίου Χωματιανού», στο: Ευ. Χρυσός (επιμ.), Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου για το Δεσποτάτο της Ηπείρου (Άρτα, 27-31 Μαΐου 1990), Άρτα 1992, σσ. 279-302.

[12]. Βλ. D. Srejović κ.ά., Istorija srpskog naroda, τ. 1: Od najstarijih vremena do Maričke bitke (1371),Beograd1981, 21994, σ. 177.

[13]. Ο B. Ferjančić, «Avtokefalnost Srpske crkve i Ohridska arhiepiskopija», στο: V. Djurić κ.ά. (εκδ.), Medjunarodni naučni skup Sava Nemanjić – Sveti Sava. Istorija i predanje. Decembar 1976 [Srpska Akademija Nauka i Umetnosti, Naučni skupovi, kn. 7, predsedništvo kn. 1], Beograd 1979, σ. 71, θεωρεί ότι η εδαφική έκταση της αρχιεπισκοπής Αχρίδος, όπως ορίστηκε από τον Βασίλειο Β΄, ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη από την έκταση της αρχιεπισκοπής Πρώτης Ιουστινιανής. Βλ. και Granić, «Kirchenrechtliche Glossen», σ. 399.

[14]. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι αρχιεπίσκοποι Λέων, Θεοφύλακτος, Ιωάννης Κομνηνός κ.ά. Ο Snegarov, Istorija, τ. 1, σσ. 80-82, σημειώνει βέβαια ότι όχι μόνο οι αρχιεπίσκοποι Αχρίδος επιλέγονταν από τον ανώτερο κλήρο της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά πολλές φορές ακόμη και οι επίσκοποι που ποίμαιναν τις επαρχίες τηςαρχιεπισκοπής.

[15]. Μία τέτοια περίπτωση ήταν η, εκ των υστέρων βέβαια, αντίδραση του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μανουήλ Α΄ Σαραντηνού εναντίον της εκλογής του Δημητρίου Χωματηνού στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Αχρίδος. Σχετικά βλ. Δεληκάρη, Η αρχιεπισκοπή Αχριδών κατά τον Μεσαίωνα, σ. 198.

[16]. Για τον Λέοντα Αχρίδος βλ. Thurn (εκδ.), Ioannis Skylitzae Synopsis historiarum, 10, σ. 400, 32-38· βλ. ακόμη H.-G. Beck, Kirche und theologische Literaturim byzantinischen Reich, München2 1977, σσ. 534-535· G. Prinzing, «Leon von Achrida», Lexikon fürTheologie und Kirche 6 (1997) 814-815· D. Stiernon, «Léon d’Achrida», Dictionnaire de spiritualité ascétiqueet mystique doctrine et histoire 9 (1976) 623-625· Epstein, «ThePoliticalContent», σσ. 321-322 και 324-325, και E. Büttner, «Leben und Werk» Leons von Ohrid (1037-1056), Bamberg 2007 (διδ. διατρ.), σσ. 23-31, και 62.

[17]. Μερικοί μελετητές τοποθετούν την αρχή της αρχιερατείας του πριν το 1078· βλ. K. Krumbacher, Ιστορία της Βυζαντινής λογοτεχνίας, μετάφρ. Γ. Σωτηριάδης [Βιβλιοθήκη Μαρασλή], τ. 1, εν Αθήναις 1897 (φωτ. ανατύπ.: Αθήνα 1974), σ. 262· Gelzer, Der Patriarchat von Achrida, σ. 8, κ.ά. Η επικρατέστερη όμως σήμερα άποψη είναι ότι ανήλθε στο αξίωμα γύρω στο 1092· σχετικά βλ. Delikari, Der Hl. Klemens und die Frage des Bistums von Velitza, σσ. 40-41 και υποσημ. 40.

[18]. Βλ. Ε.-Σ. Κιαπίδου, Θεοφύλακτος Αχρίδος, Μαρτύριο των Δεκαπέντε Μαρτύρων της Τιβεριούπολης. Κριτική έκδοση, απόδοση στα νέα ελληνικά και υπομνηματισμός, Αθήνα 2015. Βλ. ακόμηL. Mavrodinova, «Izobraženija naTiveriupolskite mǎčenici, otkriti neotdavna v Strumica», στο: Kliment Ochridski– Život i delo [Kirilo-Metodievski Studii 13], Sofija 2000, σσ. 139-144.

[19]. Ο Δοσίθεος Ιεροσολύμων κάνει λόγο για έναν αρχιεπίσκοπο Βουλγαρίας ονόματι Αδριανό, δεν είναι γνωστό όμως, αν πρόκειται για τον Ιωάννη Κομνηνό, όπως εικάζουν ο M. LeQuien, Oriens Christianus, inquatuor Patriarchatus digestus; quo exhibentur ecclesiae, patriarchae, caeteri que praesulestotius Orientis, τ. 2, Parisiis 1740 (ανατύπ.: Graz 1958), σ. 294 και ο G. Prinzing, «Werwar der “bulgarische Bischof Adrian” der Laurentius -Chroniks ub anno 1164?», Jahrbücher fü rGeschichte Osteuropas N.F. 36/4 (1988)552-557, ή για κάποιο άλλο πρόσωπο, όπως πιστεύει ο Gelzer Der Patriarchat von Achrida, σ. 13, που τον τοποθετεί χρονικά μετά τον Ιάκωβο Προάρχιο. Πρβ. και V. Beneševič, «Nomokanon Ioanna Komnina, archiepiskopa Achridskago (S priloženiem fotografičeskago snimka)», Vizantijskij Vremennik 22 (1915-1916) 61 (σημείωνει ότι δεν υπάρχουν αποδείξεις για μια τέτοια ταύτιση).

[20]. Ο Ιωάννης Κομνηνός ήταν γιος του σεβαστοκράτορα Ισαάκ, ανεψιού του αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ Κομνηνού. Σχετικάμ’ αυτόνβλ. Gelzer, Der Patriarchat von Achrida, σσ. 8-9·L. Stiernon, «Notes de titulature et de prosopographie Byzantines. Adrien (Jean) et Constantin Comnène, sébastes», Revue des Études Byzantines21 (1963) 179-192.

[21]. Αναλυτικά για τον βίο, το έργο και τη δράση του Δημητρίου Χωματηνού βλ. G. Prinzing, Demetrii Chomateni Ponemata diaphora [Corpus Fontium Historiae Byzantinae 38], Berlin-NewYork2002, σσ. 3*-45*, και Δεληκάρη, Η αρχιεπισκοπή Αχριδών κατά τον Μεσαίωνα, σσ. 179-210. Βλ. ακόμη Α. Χριστοφιλόπουλος, «Δημήτριος Χωματιανός», Θεολογία20 (1949) 741-749· Ν. Β. Τωμαδάκης, «Δημήτριος Χωματιανός αρχιεπίσκοπος Αχρίδος. (Συμβολή εις τον βίον)», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών27 (1957) 57-62·Β. Α. Δήμου, Η πολιτική θεωρία του Δημητρίου Χωματηνού, Ιωάννινα 1995 (αδημ. διδ. διατρ.), σσ. 53-65· G. Prinzing, «A quasi Patriarch in the State of Epiros: The Autocephalous Archbishop of «Boulgaria» (Ohrid) Demetrios Chomatenos», Zbornik Radova Vizantološkog Instituta 41 (2004) 165 και 170-176· I. Iliev, «Dimitǎr, po Božija milost archiepiskop na Pǎrva Justinianaina cjala Bǎlgarija», Istoričeski Pregled 60/1-2 (2004) 4-14 και 33, και I. Iliev, Ochridskijat archiepiskop Dimitǎr Chomatian i Bǎlgarite. Monografija, Sofija2010, σσ. 65-69, 85-113.

[22]. Βλ. Grozdanov, «Prilozi», σ. 205: Ο ΑΓ(ΙΟ)CΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟCΑ(ΡΧΙΕΠΙC)ΚΟΠΟC(ΒΟΥΛ)ΓΑΡΙΑC. Βλ. ακόμη Cv. Grozdanov, Portreti na svetitelite od Makedonija od IX -XVIII vek [Kulturnoistorisko nasledstvovo SR Makedonija 20], Skopje 1983, εικ. 3, και Todić, «Freske u Bogorodici Perivlepti», σ. 151 και εικ. 2.

[23]. Βλ. V. Laurent,Le Corpus des Sceaux de l’Empire Byzantin, τ. 5/2: L’Église, Paris 1965, σσ. 337-339, αρ. 1509.

[24]. Σχετικά με τις μαρτυρίες των πηγών για τα αρχιερατικά αυτά αξιώματα βλ. Πιτσάκης, «Κωνσταντίνος Καβάσιλας», σσ. 152-154. Βλ. ακόμη Νιχωρίτης, «Ακολουθία Κωνσταντίνου Καβάσιλα», σσ. 345-355.

[25]. Βλ. Snegarov, Istorija, τ. 1, σ. 211· G. Prinzing, «Kabasilas, Konstantinos», Lexikon für Theologie und Kirche 5 (31996) 1119· Πιτσάκης, «Κωνσταντίνος Καβάσιλας», σσ. 161-210· Ovčarov, «Novootkriti nadpisi», σ. 37, και K. Pitsakis, «Personae non sunt multiplicandae sine necessitate. Nouveaux témoignages sur Constantin Kabasilas», στο: L. M. Hoffmann – A. Monchizadeh (επιμ.), Zwischen Polis, Provinz und Peripherie. Beiträge zur byzantinischen Geschichte und Kultur [Mainzer Veröffentlichungen zur Byzantinistik 7], Wiesbaden 2005, σσ. 491-513. Δεν είναι γνωστό το έτος του θανάτου του. Η τελευταία γνωστή μνεία του εντοπίζεται σε εικόνα του Χριστού Παντακράτορα περί το 1262/1263· βλ. V. Djurić, Icônes de Υougoslavie. Texte et catalogue, Belgrade 1961, σσ. 83-84 αρ.2 καιπίν. ΙΙ, και Grozdanov, «Prilozi», σ. 202.

[26]. Ο Todić, «Freskeu Bogorodici Perivlepti», σσ. 151-152, με βάση την απεικόνιση αυτή του Καβάσιλα αλλά και μία προγενέστερη στον ναό του αγίου Ιωάννη Θεολόγου του Kaneo (1280-1290) θεωρεί ότι η αγιοποίησή του Καβάσιλα έγινε αμέσως μετά την κοίμησή του εξαιτίας του στενού δεσμού του με τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄. Ωστόσο ο Νιχωρίτης θεωρεί πιθανότερο ότι η αγιοποίηση ήταν αποτέλεσμα ενεργειών των μαθητών του Καβάσιλα και όχι συνέπεια των δεσμών του ιεράρχη με τη βυζαντινή εξουσία (με τους Παλαιολόγους). Διαφορετικά θα είχαν αγιοποιηθεί και οι υπόλοιποι αρχιεπίσκοποι Αχρίδος, που διατηρούσαν καλές σχέσεις με την Κωνσταντινούπολη· βλ. «Ακολουθία Κωνσταντίνου Καβάσιλα», σσ. 348-350· K. Nichoritis, «Neizvestna grǎcka služba v čest na Ochridskija archiepiskop Konstantin Kavasila» στο: K. Nichoritis, Slavistični i bǎlgaristični proučvanija, VelikoTǎrnovo 2005,σσ. 73-77, και Cv. Grozdanov, «O sv. Konstantinu Kavasili i njegovim portretima u svetlu novih saznanja», Zbornik Radova Vizantološkog Instituta 44/1 (2007) 319-321.

[27]. Το όνομά του (χωρίς κανέναν τίτλο) γραμμένο από κέραμους εντοπίζεται στην κτητορική επιγραφή του δυτικού τοίχου του εξωνάρθηκα της εκκλησίας της Αγίας Σοφίας στην Αχρίδα. Η επιγραφή χρονολογείται το 1313-1314 ή το 1316-1317. Πιστεύεται ότι τότε κτίστηκε ο εξωνάρθηκας με τη στοά και τους δύο πύργους στα πλάγια και ὀτι το έργο αποπερατώθηκε με την υποστήριξη του Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου και του Θεόδωρου Μετοχίτη· σχετικά βλ.G. Millet, L’école grecque dans l’architecture byzantine [Bibliothèque de l’école des Hautes Études/Sciences religieuses26], Paris 1916, σ. 10, υποσημ. 3· Cv. Grozdanov, «Prilozi proučavanju Sv. Sofije ohridske u XIV veku», Zbornik za Likovne Umetnosti 5 (1969) 37-42, και Epstein, «The Political Content», σ.328.

[28]. Βλ. Στ. Ι. Κουρούσης, «Γρηγορίου αρχιεπισκόπου Βουλγαρίας (ιγ΄/ιδ΄αι.) επιστολαί μετά τινων βιογραφικών εξακριβώσεων», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 45 (1981-1982)516-522·G. Prinzing, «EinekanonistischeQuellezurGeschichtePelagoniensim14. Jahrhundert», στο: I. Burgmann κ.ά. (επιμ.), Cupido Legum, Frankfurt am Main 1985,σ. 182. Πρβ. επίσηςGelzer,Der Patriarchat von Achrida, σ. 14, και E. Trapp κ.ά., «Γρηγόριος», στο: Prosopographisches Lexikon der Palaiologenzeit, τ. 1/2, Wien 1977, σ. 240, αρ. 4482. Βλ. και την παράπανω υποσημείωση.

[29]. Βλ. Miljukov, «Christianskija drevnosti», σσ. 89-90.

[30]. Ο Grozdanov, «Prilozi», σσ. 208-211, πραγματεύεται το ζήτημα σχετικά με το αν ο Νικόλαος ήταν ήδη αρχιεπίσκοπος, όταν ο Στέφανος Δουσάν κατέλαβε την Αχρίδα το 1334.

[31]. Για το ρήγμα που είχε επέλθει στις σχέσεις μεταξύ της αρχιεπισκοπής Αχρίδος και της αρχιεπισκοπής Σερβίας από το 1219/1220 και μετά βλ. Δεληκάρη, Η αρχιεπισκοπή Αχριδών, σσ. 183-198.

[32]. Βλ. Grozdanov, Ohridskotoslikarstvo, σσ. 62-64: ΝΙΚΟΛ(ΑΟC) Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΤΟCΑΡΧ(ΙΕ)ΠΙCΚΟΠΟCΠΑ(CΗ)CΒΟΥΛΓΑΡ(ΙΑC) ΠΡΟ(ΤΟC) ΕΚ CΕΡΒΙΑC. Βλ. ακόμη G. Bošković, «Nekoliko natpisa sa zidova srpskih srednjevekovnih crkava», Spomenik Srpske Kraljevske Akademije 87 (68) (1938) 13-15 (με μικρές ορθογραφικές παρεκκλίσεις στην ανάγνωση της επιγραφής, καθώς και τις προτάσεις ορισμένων μελετητών για διαφορετική ανάγνωση της επιγραφής)· V. Djurić, Byzantinische Fresken in Jugoslawien, München1976, σσ. 97-98· Chr. Walter, «Portraits of Bishops appointed by the Serbian Conquerors on Byzantine Territory», στο: Βυζάντιο και Σερβία κατά τον ΙΔ΄ αιώνα [Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών/Ίδρυμα Βυζαντινών Ερευνών, Διεθνή Συμπόσια 3], Αθήνα, 1996,σ. 293, και Ευ. Κυριακούδης, «Ο αρχιεπίσκοπος Αχρίδας Νικόλαος και η κτητορική του δραστηριότητα στα μέσα του 14ου αιώνα», Crkvene Studije 1 (2004) 318-319. Πρβ. R. Ljubinković, «Tradicije Prime Justinijane u titulaturi ohridskih arhiepiskopa», Starinarn. s. 17 (1966)[= 1967] 69 (ο οποίος συσχετίζει τον τίτλο αυτόν με τον τίτλο της αρχιεπισκοπής, όπως εμφανίζεται στον χρυσόβουλλο λόγο του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου.

[33]. Βλ. Ivanov, Bǎlgarski starini, σ. 39, αρ. 9: † Ἀνηγέρθη καὶ ἀνιστορίθη ὁ θεῖος καὶ πάνσεπτος ναὸς … ἀρχιερατεύοντος δὲ τῆς πρώτης Ἰουστινιανῆς τοῦ πανιερωτάτου (μακαριωτάτου Gelzer, παναγιωτάτου Snegarov και Grozdanov) ἀρχιεπισκόπου Γρηγορίου· βλ. ακόμη Gelzer, Der Patriarchat von Achrida, σ. 15· Snegarov, Istorija, τ. 1, σ. 341· Ovčarov, «Novootkriti nadpisi», σ. 41, και Grozdanov, Ohridskoto slikarstvo, σσ. 121-122.

[34]. Βλ. Ivanov, Bǎlgarski starini, σ. 42, αρ. 17: † Ἀνηγέρθη καὶ ἀνιστορήθη ὁ θεῖος οὗτος ναὸς, εἰς ὄνομα τοῦ αὐθέντου ἡμῶν καὶ θαυματουργοῦ μεγάλου ἁγίου (ἀποστόλου Snegarov) Κλήμεντος, διὰ συνδρομῆς, ἐξόδου Γ κ(αὶ) κόπου οἰκείου (οἰκανοῦ Snegarov) τοῦ θεοσεβαστάτου (εβσεσεστάτου Snegarov) ἱερέως Στεφάνου τοῦ προφήτου (Προφίτου Snegarov) ἐπικρατούσις (ἐπὶ κρατούσης Snegarov) τῆς λαμπρᾶςπόλεως ταύτης Ἀχρίδας (Ἀχρίδος Miljukov) θεοσώστου τοῦ πανευγενεστάτου αὐθέντου ἡμῶν μεγάλου ζουπάνου κὺρ Ἀνδρέα (Ἀνδρέου Snegarov) τοῦ Γρώπα (Φογᾶ Gelzer, τοῦ Γρώπα δεν υπάρχει στον Snegarov). ἀρχιερατεβοντος (ἀρχιερατεύοντως Miljukov) παναγιοτάτου ἀρχιεπισκόπου τῆς πρώτης Ἰουστινιανῆς καὶ πάσης Βουλγαρίας κυρ Γρηγορίου, μηνὶ ἰουλίῳ ινδ …(Ϛ Miljukov) ἔτους ѕЌwzïѕ (ѕЌwzíѕ Miljukov βλ. ακόμη Miljukov, «Christianskija drevnosti», σ. 95 (σύμφωνα με την ανάγνωση του οποίου η επιγραφή προέρχεται από το έτος 1348)· Snegarov, Istorija, τ. 1, σ. 345, και Ohridskoto slikarstvo, σσ. 151-152 και εικ. 164. Πρβ. Gelzer, Der Patriarchat von Achrida, σ. 15 (με μικρές αποκλίσεις από την παραπάνω ανάγνωση, όπως π.χ. στον τίτλο, όπου αναφέρεται ως αρχιεπίσκοπος Πρώτης Ιουστινιανής Αχριδών και πάσης Βουλγαρίας)· βλ. ακόμη Ovčarov, «Novootkriti nadpisi», σ. 41.

[35]. Η δωρεά αυτή αφορούσε τη σύσταση και λειτουργία σχολείου στον Ναό της Θεοτόκου της Μουζεβίκου στην Καστοριά.

[36]. Η επιστολή παραδίδεται στον κώδικα της αρχιεπισκοπής Αχρίδος (ή κώδικα Αγίου Κλήμη), βλ. Gelzer, Der Patriarchat von Achrida, σ. 70, αρ. XXIV.

[37]. Βλ. R. Schöll – G. Kroll, Corpus iuris civilis, τ. 3: Novellae, Berlin 1895 (ανατύπ.: 1972), Νεαρά11, III, σ. 94, 6-8: … id est tam ipsa mediterranea Dacia quam Dacia ripensis nec non Mysia prima et Dardania, et Praevalitana provincia et secunda Macedonia et pars secundae Panononiae, quae in Bacensi est civitate. Βλ. ακόμη K. Δελικάνης, Πατριαρχικών εγγράφων τόμος τρίτος, ήτοι τα εν τοις Κώδιξι του πατριαρχικού αρχειοφυλακίου σωζόμενα επίσημα εκκλησιαστικά έγγραφα τα αφορώντα εις τας σχέσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου προς τας Εκκλησίας Ρωσσίας, Βλαχίας και Μολδαβίας, Σερβίας, Αχριδών και Πεκίου 1564-1863 οις προστίθεται ιστορική μελέτη περί της αρχιεπισκοπής Αχριδών, Εν Κωνσταντινουπόλει 1905, σσ. 938 και 940· πρβ. και Γ. Α. Ράλλης – Μ. Ποτλής, Σύνταγμα των θείων και ιερών κανόνων των τε αγίων και πανευφήμων αποστόλων, και των ιερών οικουμενικών και τοπικών Συνόδων και των κατά μέρος αγίων πατέρων, τ. 1, Αθήνησιν 1852 (ανατύπ.: Αθήνα 1996), σ. 44.

[38]. Βλ. ενδεικτικά N. L Tunickij, Sv. Kliment episkop slovenskij. Ego žizn’  i prosvetitel’naja dejatel’nost’, Sergiev Posad1913 (ανατύπ.: München1970)· V. Sl. Kiselkov, Sveti Kliment Ochridski. Život, dejnost i žitija, Sofija1941· Kliment Ochridski 916-1966. Sbornik ot statii po slučaj 1050 godini ot smǎrtta mu, Sofija1966· D. Angelov– E. Georgiev– P. Dinekov– K. Mirčev(επιμ.), Kliment Ochridski. Materiali za negovoto čestvuvane po slučaj 1050 godini ot smǎrtta mu, Sofija 1968· Kr. Stančev – G. Popov, Kliment Ochridski. Život i tvorčestvo, Sofija 1988· Kliment Ohridski i ulogata na Ohridskata kniževna škola vo razvitokot na slovenskata prosveta. Materijali od naučen sobir održan vo Ohrid od 25 do 27 Septemvri 1986 godina, Skopje 1989· Chiljada i osemdeset godini ot smǎrtta na Sv. Naum Ochridski, Sofija 1993, κ.ά.

[39]. Σχετικά βλ. Delikari, Der Hl. Klemens und die Frage des Bistums von Velitza, σσ. 47-73. Βλ. ακόμη W. Tomaschek, Die alten Thraker. Eine ethnologische Untersuchung, τ. 1, Wien 1893 (ανατύπ.: Osnabrück 1975), σ. 18.

[40]. Σχετικά βλ. Delikari, Der Hl. Klemens und die Frage des Bistums von Velitza, σσ. 106-109, και Δεληκάρη, Η αρχιεπισκοπή Αχριδών κατά τον Μεσαίωνα, σσ. 287-290.

[41]. Βλ. Δεληκάρη, Η αρχιεπισκοπή Αχριδών κατά τον Μεσαίωνα, σ. 260.

[42]. Οι Βυζαντινοί συνέχιζαν να θεωρούν ως δυνάμει βυζαντινά ένα μεγάλο μέρος των κατακτημένων πλέον εδαφών, αν όχι όλων, και γι’ αυτό απέφευγαν γενικά να δώσουν τίτλους βυζαντινών επισκοπών σε ξένους ιεράρχες, ακόμη κι αν υπήρχε εκκλησιαστική σχέση ανάμεσα σ’ αυτούς και το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Σχετικά βλ. Δεληκάρη, Η αρχιεπισκοπή Αχριδών κατά τον Μεσαίωνα, σσ. 82-83. Βλ. και την επόμενη υποσημείωση.

[43]. Βλ. A. Delikari, «Kliment Velički oder Kliment Ochridski?Die Diskussion über seinen Bischofstitel und seine Jurisdiktion»,Palaeobulgarica 37/3 (2013) 3-10, και Α. Δεληκάρη, Η αρχιεπισκοπή Αχριδών κατά τον Μεσαίωνα, σσ. 257-290.

[44]. Σχετικά βλ. Δεληκάρη, Η αρχιεπισκοπή Αχριδών κατά τον Μεσαίωνα, σσ. 246-250.